Τα χρώματα μιας φωτογραφίας μπορεί να φαίνονται έντονα σε έναν υπολογιστή και θαμπά σε έναν άλλο. Το λευκό ενδέχεται να εμφανίζεται κιτρινωπό ή γαλαζωπό, ενώ οι σκιές να κρύβουν λεπτομέρειες. Συχνά, αυτές οι διαφορές δεν οφείλονται στο ίδιο το αρχείο, αλλά στις ρυθμίσεις και στα χαρακτηριστικά της οθόνης.
Η βαθμονόμηση είναι η διαδικασία προσαρμογής της οθόνης, ώστε να προσεγγίζει συγκεκριμένες τιμές φωτεινότητας, αντίθεσης και χρωματικής απόδοσης. Είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για όσους επεξεργάζονται φωτογραφίες, σχεδιάζουν γραφικά ή εργάζονται με βίντεο, αλλά μπορεί να βελτιώσει και την καθημερινή εμπειρία θέασης.
Πριν ξεκινήσουμε, αφήνουμε την οθόνη ενεργοποιημένη για περίπου 20–30 λεπτά, ώστε να σταθεροποιηθεί η λειτουργία της. Επιλέγουμε έναν χώρο με σχετικά σταθερό φωτισμό και αποφεύγουμε τις άμεσες αντανακλάσεις από παράθυρα ή φωτιστικά. Αν η οθόνη διαθέτει λειτουργία εξοικονόμησης ενέργειας που μεταβάλλει αυτόματα τη φωτεινότητα, εξετάζουμε αν χρειάζεται να την απενεργοποιήσουμε κατά τη ρύθμιση.
Στις ρυθμίσεις του λειτουργικού συστήματος μπορούμε να αναζητήσουμε τα εργαλεία βαθμονόμησης χρωμάτων. Στα Windows, για παράδειγμα, υπάρχει σχετικό εργαλείο που καθοδηγεί τον χρήστη στη ρύθμιση του γάμμα, της φωτεινότητας και της αντίθεσης, καθώς και της ισορροπίας των χρωμάτων, ανάλογα με την οθόνη.
Επιλέγουμε επίσης την κατάλληλη λειτουργία εικόνας από το μενού της οθόνης. Για εργασία με φωτογραφίες και βίντεο, μια ουδέτερη λειτουργία μπορεί να είναι καταλληλότερη από τις έντονες ρυθμίσεις που αυξάνουν τεχνητά τον κορεσμό. Η θερμοκρασία χρώματος επηρεάζει το αν το λευκό φαίνεται πιο θερμό ή ψυχρό.
Για μεγαλύτερη ακρίβεια, ειδικά σε επαγγελματική εργασία, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ειδικό όργανο μέτρησης, όπως ένα colorimeter. Το όργανο μετρά την πραγματική απόδοση της οθόνης και βοηθά στη δημιουργία κατάλληλου χρωματικού προφίλ. Η απλή ρύθμιση μέσω λογισμικού δεν μπορεί να διορθώσει όλους τους περιορισμούς του εξοπλισμού.
Τέλος, πρέπει να γνωρίζουμε ότι η βαθμονόμηση δεν εγγυάται πως κάθε οθόνη θα εμφανίζει απολύτως ίδια χρώματα. Η τεχνολογία του πάνελ, η φωτεινότητα του περιβάλλοντος και οι ρυθμίσεις των άλλων συσκευών εξακολουθούν να παίζουν ρόλο.
Μερικές προσεκτικές αλλαγές μπορούν, ωστόσο, να κάνουν την εικόνα πιο φυσική και να περιορίσουν τις δυσάρεστες εκπλήξεις όταν ένα αρχείο προβάλλεται σε διαφορετική οθόνη.
