Αν ο υπολογιστής χρειάζεται αρκετή ώρα για να γίνει πραγματικά έτοιμος μετά την εκκίνησή του, μπορεί να φταίνε οι εφαρμογές που ανοίγουν αυτόματα μαζί με τα Windows. Πολλά προγράμματα ενεργοποιούνται στο παρασκήνιο χωρίς να τα χρειαζόμαστε κάθε φορά, καταναλώνοντας πόρους από τα πρώτα κιόλας δευτερόλεπτα.
Στα Windows υπάρχει ένας εύκολος τρόπος να δούμε ποια προγράμματα ξεκινούν αυτόματα. Ανοίγουμε τις Ρυθμίσεις, επιλέγουμε Εφαρμογές και στη συνέχεια Εκκίνηση. Εκεί εμφανίζεται μια λίστα με τις εφαρμογές που έχουν δικαίωμα να ξεκινούν κατά την είσοδό μας στα Windows.
Δίπλα σε κάθε εφαρμογή υπάρχει ένας διακόπτης. Αν απενεργοποιήσουμε μια εφαρμογή, αυτή δεν θα ξεκινά αυτόματα όταν ανοίγουμε τον υπολογιστή. Αυτό δεν σημαίνει ότι διαγράφεται. Παραμένει εγκατεστημένη και μπορούμε να την ανοίξουμε κανονικά όποτε τη χρειαστούμε.
Χρειάζεται, όμως, λίγη προσοχή. Δεν είναι καλή ιδέα να απενεργοποιούμε ό,τι δεν γνωρίζουμε. Ορισμένα προγράμματα μπορεί να σχετίζονται με λειτουργίες ασφαλείας, οδηγούς συσκευών ή άλλες απαραίτητες υπηρεσίες του υπολογιστή. Αν δεν αναγνωρίζουμε μια εφαρμογή, καλύτερα να ελέγξουμε πρώτα τι ακριβώς κάνει.
Χρήσιμο είναι επίσης να κοιτάξουμε τη στήλη που δείχνει την επίδραση μιας εφαρμογής κατά την εκκίνηση. Προγράμματα με υψηλή επίδραση μπορεί να συμβάλλουν περισσότερο στην καθυστέρηση της διαδικασίας, ιδιαίτερα όταν ξεκινούν πολλά ταυτόχρονα.
Δεν χρειάζεται, πάντως, να απενεργοποιήσουμε τα πάντα. Αν χρησιμοποιούμε καθημερινά μια συγκεκριμένη εφαρμογή και θέλουμε να είναι διαθέσιμη αμέσως, μπορεί να αξίζει να παραμείνει ενεργή. Αντίθετα, εφαρμογές που ανοίγουμε σπάνια μπορούν συνήθως να περιμένουν μέχρι να τις χρειαστούμε.
Με έναν γρήγορο έλεγχο της λίστας εκκίνησης μπορούμε να περιορίσουμε τις περιττές εφαρμογές που λειτουργούν από την πρώτη στιγμή. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι μια πιο καθαρή διαδικασία εκκίνησης και ένας υπολογιστής που είναι διαθέσιμος για εργασία χωρίς να φορτώνει ταυτόχρονα δεκάδες προγράμματα στο παρασκήνιο.

